Η Libération μεταξύ επιστροφής στις ρίζες και αφανισμού

libe-crie-sa-rage-en-une-nous-sommes-un-journal,M140253Η Libération είναι μια από τις ιστορικότερες γαλλικές εφημερίδες. Σήμερα περνά ίσως την βαθύτερη κρίση της ιστορίας της η οποία σε πολλά σημεία θυμίζει την περίπτωση της Ελευθεροτυπίας. Η μετωπική σύγκρουση των δημοσιογράφων με το βασικό μέτοχο της εταιρείας και η πολύ άσχημη οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται η εφημερίδα δεν αφήνουν παρά δύο ενδεχόμενα: το τέλος ή την αναγέννησης της σε εντελώς διαφορετικές βάσεις.

Η Libération δημιουργήθηκε το 1973 από μια ομάδα πολιτικοποιημένων διανοούμενων με πρώτο από όλους τον Ζαν Πολ Σαρτρ. Η εφημερίδα πολύ γρήγορα έγινε το σύμβολο και ο βασικός φορέας ιδεών της ριζοσπαστικής και επαναστατικής αριστεράς. Ασχολήθηκε με θέματα ταμπού για τη γαλλική κοινωνία όπως η ζωή στις φυλακές, το σεξ σε όλες του τις εκφάνσεις καθώς και η επαναστατική πρακτική και δράση.

Για παράδειγμα στις 26 Δεκεμβρίου του 1976
η εφημερίδα δημοσιεύει την προκήρυξη της 17Ν με την οποία η πρωτοεμφανιζόμενη τότε οργάνωση ανέλαβε την ευθύνη για την δολοφονία του επικεφαλής του κλιμακίου της CIA στην Αθήνα Ρίτσαρντ Γουέλς, ένα χρόνο νωρίτερα. Ο αθηναϊκός τύπος δεν είχε δημοσιεύσει την προκήρυξη η οποία έφτασε στην Libération μέσω του Σαρτρ.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 80
κι έπειτα η εφημερίδα απο-ριζοσπαστικοποιείται προσεγγίζοντας τη σοσιαλδημοκρατία όπως αυτή εκφράζεται από το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Ταυτόχρονα αγκαλιάζει με θέρμη την πολιτιστική φιλελευθεροποίηση της εποχής και ανοίγει τις σελίδες της στη διαφήμιση. Για να δικαιολογήσει αυτή την απόφαση, ο τότε διευθυντής της εφημερίδας και απονενοημένος αριστεριστής Σερζ Ζουλί γράφει ότι πλέον “η διαφήμιση είναι η τέχνη της εποχής μας”.

Τη δεκαετία του 80 και 90 η Libération
συνοδεύει τον πολιτικό και πολιτιστικό μετασχηματισμό της Γαλλίας, στο πλαίσιο της ιδεολογικής ηγεμονίας του νεοφιλελευθερισμού και του θριάμβου της αγοράς. Καταφέρνει έτσι τα αποτελέσει σημείο αναφοράς στο μηντιακό τοπίο της χώρας αυξάνοντας τις πωλήσεις και την επιρροή της. Το 2001 φτάνει έτσι στο απόγειο με πωλήσεις 171 000 καθημερινών φύλλων.

Όμως από εκεί και πέρα αρχίζει η καθοδική πορεία
της εφημερίδας. Σε πολιτικό επίπεδο, η Libération δεν κατάλαβε έγκαιρα ότι ο άνεμος είχε πια αλλάξει. Η κριτική του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού και του νεοφιλελευθερισμού επανήλθε στο επίκεντρο των προβληματισμών του μεγαλύτερου κομματιού του κοινού της. Όμως η εφημερίδα συνέχισε να υπερασπίζεται τη γραμμή του Τρίτου δρόμου, της σοσιαλδημοκρατίας και της φιλελεύθερης κεντροαριστεράς.

Σε δημοσιογραφικό επίπεδο, η αυξανόμενη εξάρτηση
της εφημερίδας από τη διαφήμιση την ώθησε στο να προσπαθεί απεγνωσμένα να προσελκύσει του Παριζιάνους bourgeois-bohème, δηλαδή τους προοδευτικούς yuppies με υψηλή αγοραστική δύναμη, αναπτύσσοντας ανάλογη θεματολογία βασιζόμενη όλο και περισσότερο στο μάρκετινγκ. Έχασε έτσι τελειωτικά ότι είχε μείνει από τους αναγνώστες λαϊκών και μικρομεσαίων τάξεων, καθώς και όσους αριστερούς επέμεναν στωικά τις αλλοπρόσαλλες επιλογές των προηγούμενων ετών, φτάνοντας τα 130 000 καθημερινά φύλλα.

Το καίριο χτύπημα ήρθε το 2005 όταν ο τραπεζίτης Εντουάρ ντε Ροθτσίλντ, παραδοσιακός αντιπρόσωπος του γαλλικού και παγκόσμιου κεφαλαίου, αγοράζει την πλειοψηφία των μετοχών της εφημερίδας. Μέσω αμφισβητήσεων και συγκρούσεων με τους εκπρόσωπους των δημοσιογράφων ο νέος ιδιοκτήτης εκπαραθυρώνει τον ιστορικό διευθυντή της εφημερίδας Σερζ Ζουλί. Οι πωλήσεις συνεχίζουν να μειώνονται, τα χρέη να μεγαλώνουν και οι απολύσεις και απεργίες πολλαπλασιάζονται.

Το 2011 ένας νέος μέτοχος ο Μπρούνο Λεντού μπαίνει στην εφημερίδα αφού ο Ροθτσιλντ στο μεταξύ έχει βαρεθεί να χάνει λεφτά. Ο Λεντού έχει κάνει καριέρα στην αγορά ακινήτων και είναι ιδιοκτήτης του κτηρίου στο οποίο στεγάζονται τα γραφεία της εφημερίδας, σε κεντρικό σημείο του Παρισιού κοντά στην Place de la République. Νέος διευθυντής αναλαμβάνει ο Νικολά Ντεμοράν, δημοσιογράφος της νέας γενιάς, πολύ κοντά στους Σοσιαλιστές.

Όμως παρόλες τις αλλαγές η Libération συνεχίζει να χάνει το κοινό της φτάνοντας το 2013 τα 100 000 φύλλα (εκ των οποίων μόνο 30 000 αγοράζονται στα περίπτερα). Η επιμονή του Ντεμοράν να στηρίζει την κυβέρνηση του Ολάντ παρόλο που αυτή έχει χάσει την εμπιστοσύνη του κόσμου της Αριστεράς και οι εμμονή του με το μάρκετινγκ και τον Παριζιανισμό, την διαρκή δηλαδή ενασχόληση με την πολιτικοοικονομική ελίτ της πρωτεύουσας, τον φέρνουν αντιμέτωπο με όλο και μεγαλύτερο κομμάτι των δημοσιογράφων.

Τον Νοέμβριο του 2013, οι δημοσιογράφοι
αποφασίζουν με μεγάλη πλειοψηφία την άρση της εμπιστοσύνης τους στον διευθυντή. Με το παλιό καταστατικό αυτό θα αρκούσε για την απόλυση του. Όμως η έλευση του Ροθτσιλντ και των εκατομμυρίων του έγινε με αντάλλαγμα την παύση του δικαιώματος βέτο που είχαν οι δημοσιογράφοι στην επιλογή του διευθυντή ως δικλείδα ασφαλείας που θα εξασφάλιζε την ανεξαρτησία του μέσου από τις επιλογές του ιδιοκτήτη.

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι όμως έσταξε στις 8 Φεβρουαρίου όταν οι βασικοί μέτοχοι της εφημερίδας ανακοίνωσαν το πρότζεκτ τους για το μέλλον της Libération. Η βασική ιδέα ήταν η μετακίνηση της σύνταξης από το κτήριο της Place de la République το οποίο θα γίνει “πολιτιστικό κέντρο, καφέ μπαρ και κέντρο επιχειρηματικότητας”. Στη συνέχεια η διαρροή ενός μέηλ του Μπρούνο Λεντού στο οποίο χαρακτηρίζει τους δημοσιογράφους “καθυστερημένους και προσκολλημένους στο παρελθόν” ρίχνει λάδι στη φωτιά.

Παράλληλα, κυκλοφορεί η πληροφορία ότι
ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας και βασικός μέτοχος της εφημερίδας χρησιμοποιεί δαιδαλώδεις οφ σορ εταιρείες κι ότι κινδυνεύει με πρόστιμο 40 εκατομμυρίων ευρώ από την εφορία. Σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν αναγκασμένος να πουλήσει το κτήριο που στεγάζει την εφημερίδα και το οποίο αποτελεί “φιλέτο” στην αγορά ακινήτων.

Ως άμεση αντίδραση οι δημοσιογράφοι
καταλαμβάνουν το κτήριο, σπρώχνουν σε απόλυση τον Ντεμοράν και παίρνουν τον έλεγχο της εφημερίδας με συλλογικές αποφάσεις μέσω γενικών συνελεύσεων. Όλα οι λανθάνουσες εντάσεις και τα κρυμμένα κάτω από το χαλί προβλήματα σχετικά με την πολιτική και δημοσιογραφική γραμμή της εφημερίδας βγαίνουν πλέον στο φως. Οι δημοσιογράφοι και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι προσπαθούν εδώ και μία εβδομάδα να συνθέσουν ένα νέο πρότζεκτ που θα δώσει νέα ώθηση στην εφημερίδα και θα την ξανακάνει την ισχυρή και ανεξάρτητη φωνή της Αριστεράς.

Ήδη η στροφή στα τελευταία φύλλα είναι εμφανής:
περισσότερα άρθρα έρευνας και ανάλυσης και λιγότερος σχολιασμός, εμβαθής ενασχόληση με κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, έμφαση στα διεθνή. Όσα δηλαδή ζητάει η πλειοψηφία του κοινού τα τελευταία χρόνια. Όμως τα οικονομικά προβλήματα παραμένουν και οι δυσκολίες του εγχειρήματος είναι πολλές.

Η εφημερίδα χρειάζεται να αλλάξει περιεχόμενο, να αγκαλιάζει την επανάσταση του ίντερνετ, να αποκολληθεί από την διαφημιστική εξάρτηση και να καταφέρει να συντηρηθεί από τους αναγνώστες της. Τα στοιχήματα είναι πολλά και δύσκολα. Όμως οι επιλογές είναι περιορισμένες. Ή το εγχείρημα θα πετύχει ή η ιστορική εφημερίδα θα εξαφανισθεί….

Speak your mind