Δημοσιογραφία και διαφήμιση: γιατί γράφω στο POST Media

Προσπάθειες σαν το περιοδικό POST Media είναι κατά τη γνώμη μου όχι μόνο απαραίτητες αλλά κρίσιμες για το μέλλον της ενημέρωσης.

Στις μέρες μας τα ΜΜΕ περνάνε μια βαθιά κρίση. Η κρίση είναι οικονομική αλλά και κρίση εμπιστοσύνης του κοινού. Ένας σημαντικός λόγος αυτής της εξέλιξης είναι η διαχρονική πτώση των εσόδων και δη των διαφημιστικών.

Ιστορικά η διαφήμιση έπαιξε ένα κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη της δημοσιογραφίας. Από τα τέλη του 19ου αιώνα η διαφήμιση επέτρεψε την μείωση του κόστους των εφημερίδων για το ευρύ κοινό. Έτσι χρηματοδοτήθηκε η δημιουργία και η ανάπτυξη των πιο έγκυρων εντύπων παγκοσμίως.

Το ίδιο συνέβη με την παραδοσιακή τηλεόραση και το ραδιόφωνο, που λόγω της τεχνικής τους φύσης δεν μπορούν να συντηρηθούν επί πληρωμή. Υπό αυτή την έννοια η διαφήμιση, έστω κι αν αυτό ακούγεται παράδοξο, συνεισέφερε σε μεγάλο βαθμό στην λειτουργία της δημόσιας σφαίρας και κατ’επέκταση στην εγκαθίδρυση της αστικής δημοκρατίας στις δυτικές κοινωνίες.

Όμως η διάρθρωση αυτή προϋποθέτει δύο συνθήκες:
Πρώτον, ότι ο Τύπος αποτελεί τον κύριο προορισμό των διαφημιστικών εσόδων.
Δεύτερο ότι υπάρχει στο εσωτερικό των ΜΜΕ σαφής διαχωρισμός μεταξύ της διαφήμισης και της δημοσιογραφίας.
Οι δύο αυτές προϋποθέσεις δεν τηρούνται πλέον, τουλάχιστον όχι στο βαθμό που τηρούνταν στο παρελθόν.

Στην νέα πραγματικότητα ο ανταγωνισμός για τα διαφημιστικά έσοδα είναι πολύ σκληρός και αφορά όχι μόνο τα παραδοσιακά ΜΜΕ αλλά και νέους παράγοντες. Πλέον τα κονδύλια των διαφημιστών κατευθύνονται όλο και περισσότερο στο διαδίκτυο. Εκεί διασπείρονται σε χιλιάδες ιστότοπους η πλειοψηφία των οποίων δεν είναι ενημερωτικοί. Το μεγαλύτερο κομμάτι της διαφημιστικής πίτας πάει στην Google η οποία δεν διαθέτει ούτε ένα δημοσιογράφο.

Παράλληλα ένα άλλο κομμάτι της διαφημιστικής πίτας σε παγκόσμιο επίπεδο κατευθύνεται πλέον στον δωρεάν τύπο και στους νέους ψηφιακούς ραδιοτηλεοπτικούς διαύλους. Όμως τα μέσα αυτά δεν διαθέτουν ούτε τις δυνατότητες ούτε και την θέληση να ασκήσουν πραγματική ερευνητική και κριτική δημοσιογραφία. Έτσι, τα σοβαρά κοινωνικά διακυβεύματα της εποχής μας τους διαφεύγουν.

Ταυτόχρονα, λειτουργώντας με μηδαμινά κόστη σε σχέση με τα « παχύδερμα » της παραδοσιακής τηλεόρασης και του Τύπου, οι νέοι αυτοί παράγοντες της μαζικής επικοινωνίας ασκούν σκληρό ανταγωνισμό στην διαφημιστική αγορά.

Ως αποτέλεσμα τα παραδοσιακά κυρίαρχα ΜΜΕ, βασικά καθημερινές πολιτικές εφημερίδες και τηλεοπτικοί σταθμοί, δέχονται τρομακτική οικονομική πίεση. Από τη μία υποχρεώνονται να υπακούσουν στις επιταγές των διαφημιστών, είτε κυνηγώντας απελπισμένα τα ποιο περιζήτητα target groups, είτε αποφεύγοντας να ασχοληθούν με θέματα που θίγουν τα συμφέροντα των χρηματοδοτών τους .

Έτσι δημιουργούνται θέματα ταμπού όπως αυτό των διαφημιστικών πινακίδων στο οποίο αναφέρεται εκτενώς το δεύτερο τεύχος του POSTMedia. Όμως, η σταδιακή κατεδάφιση του διαχωρισμού μεταξύ διαφήμισης και δημοσιογραφίας στο εσωτερικό των κυρίαρχων ΜΜΕ υποσκάπτει την εμπιστοσύνη του κοινού προς αυτά. Εμπιστοσύνη η οποία και αποτελεί βασική προϋπόθεση της οικονομικής λειτουργίας του πολιτικού τύπου.

Από την άλλη, η οικονομική πίεση που ασκείται στα παραδοσιακά ΜΜΕ τα υποχρεώνει να μειώσουν τα κόστη λειτουργίας. Η ερευνητική και κριτική δημοσιογραφία είναι αυτή που καταναλώνει τους υψηλότερους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους στο εσωτερικό ενός μέσου. Έτσι είναι αυτή που επιδέχεται πρώτη τις ανάλογες περικοπές.

Ως αποτέλεσμα σήμερα ο ζωτικός χώρος της ερευνητικής και κριτικής δημοσιογραφίας στο εσωτερικό των κυρίαρχων ΜΜΕ μειώνεται ασφυκτικά. Οι λίγες φωτεινές εξαιρέσεις δεν αρκούν να αντιστρέψουν αυτή την βαθειά και διαρθρωτική τάση.

Γίνεται λοιπόν φανερό ότι οι δημοκρατικές κοινωνίες χρειάζονται επειγόντως μια ανανέωση, μια αναζωογόνηση της δημοσιογραφίας. Πως μπορεί όμως να γίνει αυτό;

Η λύση κατά τη γνώμη μου πρέπει να βασιστεί σε τρεις αλληλένδετους πόλους.

Ο πρώτος είναι η ενίσχυση της δημοσιογραφία των πολιτών. Το διαδίκτυο προσφέρει τα τεχνικά μέσα σε χιλιάδες ανθρώπους, ομάδες και οργανώσεις ούτως ώστε να αναπτύξουν πρακτικές συμμετοχικής δημοσιογραφίας και να παράγουν έτσι μια εναλλακτική πληροφόρηση. Όμως , σε πείσμα των τεχνόφιλων αναλύσεων, η διαδικτυακή και συμμετοχική δημοσιογραφία δεν φτάνει από μόνη της για να στηρίξει μια υγιή δημόσια σφαίρα. Η ανάπτυξη της προϋποθέτει απαραίτητα την ύπαρξη μιας ποιοτικής επαγγελματικής δημοσιογραφίας.

Ο δεύτερος πόλος που μπορεί να παράγει μια τέτοια επαγγελματική δημοσιογραφία είναι η δημόσια ραδιοτηλεόραση. Η δημόσια ραδιοτηλεόραση όμως για να κερδίσει την εμπιστοσύνη του κοινού πρέπει απαραίτητα να αποτινάξει την εξάρτηση της από την πολιτική και οικονομική εξουσία. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο εάν κοπεί ο ομφάλιος λώρος που συνδέει την δημόσια τηλεόραση με την κυβέρνηση κι εάν καταργηθούν οι διαφημίσεις. Τέτοια παραδείγματα υπάρχουν, έστω κι αν είναι σπάνια, όπως αυτό του γαλλογερμανικού δημόσιου καναλιού ARTE.

Το ντοκυμαντέρ που προβλήθηκε εχτές το βράδυ από το συγκεκριμένο κανάλι και το οποίο μπορείται να δείτε εδώ καταγγέλλει τις απαράδεκτες πρακτικές της ευρωπαϊκής βιομηχανίας τροφίμων στην Αφρικήμε ονόματα και διευθύνσεις. Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ από ένα εμπορικό κανάλι του οποίου η συγκεκριμένη βιομηχανία αποτελεί κύριο χρηματοδότη.

Ο τρίτος πόλος είναι η ανάδυση επαγγελματικών ΜΜΕ των οποίων η χρηματοδότηση γίνεται απευθείας και αποκλειστικά από το κοινό και όχι από τους διαφημιστές. Τέτοια επιτυχή παραδείγματα επίσης υπάρχουν, όπως η γαλλική εβδομαδιαία εφημερίδα Canard enchaîné που υπάρχει από το 1915 και αποτελεί σήμερα μια από τις λίγες ανθηρές εξαιρέσεις μέσα στον οικονομικό μαρασμό των ΜΜΕ της χώρας. Τα παραδείγματα ιστότοπων ενημέρωσης επί πληρωμή χωρίς διαφημίσεις (Mediapart.fr, Arretsurimages.net) πολλαπλασιάζονται επίσης στο γαλλικό διαδίκτυο έστω κι αν η επιβίωση τους είναι δύσκολη.

Στον πόλο αυτό ανήκει και η προσπάθεια του POSTMedia. Υπό αυτή την έννοια η ενδεχόμενη επιτυχία ή αποτυχία του εγχειρήματος αποτελεί, τηρουμένων των αναλογιών, κριτήριο για την μελλοντική εξέλιξη της δημοσιογραφίας γενικότερα.

Speak your mind