Peer-to-peer και διαδικτυακή τηλεόραση : η περίπτωση Joost.

Σε προηγούμενο ποστ αναρωτιόμουν αν το peertopeer είναι το μέλλον της διαδικτυακής τηλεόρασης παίρνοντας αφορμή από τη δοκιμαστική λειτουργία σε beta του Joost. Μετά από αρκετούς μήνες λειτουργίας της υπηρεσίας είναι καιρός να κάνω κάποιες παρατηρήσεις σε μορφή αποτίμησης[1].

Όπως είναι γνωστό από τη δημιουργία του Napster το 1999 η ανταλλαγή περιεχομένου στη βάση ισοτιμίας (peertopeer) αποτελεί μια από τις πιο ιδιοφυείς εφαρμογές του διαδικτύου, κάτι που φαίνεται και από την επιτυχία των σχετικών προγραμμάτων των οποίων οι χρήστες σύμφωνα με την Cachelogic φτάνουν τα 40 εκατομμύρια μόνο στην Ευρώπη.

Κάθε μέλος μιας κοινότητας peertopeer θέτει στη διάθεση των άλλων μελών όχι μόνο το περιεχόμενο που βρίσκεται αποθηκευμένο στο σκληρό δίσκο του υπολογιστή του αλλά και την ανερχόμενη διαδικτυακή του χωρητικότητα (upload) ούτως ώστε να διευκολύνει τη ροή των πληροφοριών.

Με αυτό το τρόπο η ύπαρξη συγκεντρωμένων και υψηλού κόστους τεχνικών υποδομών για τη διανομή περιεχομένου δεν είναι απαραίτητη αφού το αποκεντρωμένο δίκτυο των προσωπικών υπολογιστών των μελών μιας κοινότητας peer to peer εξασφαλίζει τους απαραίτητους τεχνικούς πόρους.

Το παράδοξο όμως αυτής της διαμόρφωσης είναι ότι η ανταλλαγή περιεχομένου σε βάση ισοτιμίας διαφεύγει εντελώς της επικοινωνιακής βιομηχανίας αφού η μεγάλη πλειοψηφία του διακινούμενου υλικού δεν αποφέρει κανένα κέρδος για τους ιδιοκτήτες των πνευματικών και εμπορικών δικαιωμάτων του περιεχομένου αυτού.

Αντίθετα η τεχνολογική αυτή καινοτομία ενθαρρύνει έμμεσα την ανάπτυξη κοινωνικών πρακτικών που θεωρούνται παράνομες και εξισώνονται με την « πειρατεία » από την ισχύουσα νομοθεσία.

Το Joost, όπως και το προηγούμενη δημιουργία των Janus Friis και Niklas Zennström το Skype, αποτελεί μια προσπάθεια να « δαμαστεί » το peertopeer και να μπεί στην υπηρεσία της επικοινωνιακής βιομηχανίας. Κάτι που φαίνεται να πετυχαίνουν…

Οι υπολογιστές συνδεδεμένοι στο δίκτυο του Joost, που έφτασαν αισίως το ένα εκατομμύριο, όχι μόνο κατεβάζουν τηλεοπτικά προγράμματα σε μορφή streaming αλλά ταυτόχρονα λειτουργούν σαν servers προωθώντας το περιεχόμενο στους άλλους χρήστες.

Σύμφωνα με τα τεστ του ηλεκτρονικού περιοδικού Ratiatum το Joost όσο είναι σε λειτουργία, ακόμα και αν ο χρήστης δεν παρακολουθεί το πρόγραμμα, καταναλώνει κατά μέσο όρο 200Μο ανερχόμενης διαδικτυακής χωρητικότητας (upload) την ώρα. Εάν υποθέσουμε ότι ένας στους πέντε χρήστες είναι συνδεδεμένος οποιαδήποτε στιγμή τότε οι ικανότητες upload του συστήματος, μόνο χάρη στους χρήστες, φτάνουν τον αστρονομικό ποσό των 40Το (terraoctet) την ώρα !

Το χαρακτηριστικό αυτό του Joost αποτελεί μια έκφραση αυτού που οικονομολόγοι των δικτύων αποκαλούν club effect : όσο τα προσφερόμενα περιεχόμενα αυξάνονται τόσο οι χρήστες του συστήματος πολλαπλασιάζονται και κατ’επέκταση τόσο ικανότητες upload του συστήματος μεγαλώνουν προσφέροντας έτσι τη δυνατότητα για διακίνηση περισσότερου περιεχομένου.

Τα περιεχόμενα της υπηρεσίας, σε αντίθεση με τα άλλα δίκτυα peertopeer τα οποία τροφοδοτούνται από τους ίδιους τους χρήστες, προέρχονται από προμηθευτές ιδιόκτητου περιεχομένου. Μεταξύ αυτών βρίσκουμε πολυεθνικούς παράγοντες της επικοινωνιακής βιομηχανίας (CBS, Viacom, Time-Warner) αλλά και ανεξάρτητους παραγωγούς και διανομείς μικρού μεγέθους (All3Media, September Films, Wall to Wall, IndieFlix, Shorts International). Το CBS και η Viacom μαζί με το Sequoia Capital, μέτοχο του Google και του Yahoo, είναι οι κύριοι χρηματοδότες της εταιρείας.

Το οικονομικό μοντέλο του Joost βασίζεται στη προσωποποιημένη διαφήμιση. Για να γίνει αυτό η εταιρεία εκμεταλλέυεται δύο πηγές πληροφόρησης ώστε να εντοπίσει τα συγκεκριμένα προφίλ των χρηστών. Από τη μία τις πληροφορίες που οι χρήστες δίνουν τη στιγμή της εγγραφής στην υπηρεσία και από την άλλη τις προτιμήσεις τους σε σχέση με τα περιεχόμενα που καταναλώνουν. Από ότι φάινεται το μοντέλο αυτό ταιριάζει στις απαιτήσεις των διαφημιζόμενων αφού μεταξύ αυτών βρίσκουμε μεγάλες πολυεθνικές (Nike, Microsoft, General Motors, L’Oréal).

Σήμερα στο Joost υπάρχουν 210 κανάλια η πλειονότητα των οποίων αποτελείται από προγράμματα ροής. Έτσι πάνω από τα μισά προσφέρουν μουσικά κλιπ, αθλητικές εκπομπές, τηλεπαιχνίδια και talk shows. Αυτό εξηγείται από τη φύση αυτών των εκπομπών η αξία των οποίων μειώνεται δραστικά μετά από την πρώτη τους τηλεοπτική μετάδοση. Έτσι οι προμηθευτές περιεχομένου δεν διστάζουν να χορηγήσουν τα δικαιώματα εκμετάλλευσης σε μια διαδικτυακή υπηρεσία όπως το Joost.

Ταυτόχρονα τα περιεχόμενα αποθέματος (στοκ) όπως οι ταινίες και οι σειρές είναι πολύ λιγότερα και αποτελούνται κυρίως από προγράμματα που βρίσκουν δύσκολα το δρόμο μέχρι τα παραδοσιακά τηλεοπτικά δίκτυα. Μεταξύ αυτών βρίσκουμε ταινίες μικρού μήκους, παλιές αποτυχημένες παραγωγές, σπάνιες ταινίες κτλ.

Αυτό συμβαίνει γιατί το Joost επωφελείται από το φαινόμενο του Long tail που πρώτος ανέπτυξε ο δημοσιογράφος του περιοδικού Wired Chris Anderson πριν επαληθευθεί μέσω επιστημονικών μελετών. H θεωρία αυτή αναφέρει ότι η διακίνηση περιεχομένου μέσω διαδικτύου μπορεί να αποτελέσει μέσο εμπορικής εκμετάλλευσης « περιθωριακών » πολιτισμικών προϊόντων, δηλαδή αυτών που δεν διανέμονται μέσω παραδοσιακών δικτύων όπως η τηλεόραση, τα δισκάδικα και τα βιβλιοπωλεία. Αυτό γιατί το κοινό τους είναι διασκορπισμένο σε όλο τον πλανήτη. Το διαδίκτυο όντας εκ φύσεως παγκόσμιο αποτελεί το ιδανικό μέσο διανομής τέτοιου έιδους περιεχομένων.

Η δραστηριότητα του Joost φαίνεται να κερδίζει έδαφος αφού οι ανταγωνιστές που βασίζονται στο ίδιο μοντελο όλο και πληθαίνουν. Μένει να δούμε τη συνέχεια….


[1] Το κέιμενο αυτό βασίζεται σε παρουσίαση που θα κάνω στο επιστημονικό συνέδριο EUTIC 2007 – CHALLENGES AND USES OF ICT Media and Information diffusion: towards an open society, που θα γίνει στην Αθήνα τον Νοέμβριο. Το πλήρες κέιμενο της παρουσίασης (στα γαλλικά) είναι εδώ.

Speak your mind